ΟΙ ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ


Ανδρέας Μπέσσας

Παρουσίαση των οικισμών της Ελλάδας που εμφανίζουν πληθυσμό τουλάχιστον χίλιους κατοίκους

 Παρατηρώντας την πληθυσμιακή εξέλιξη των οικισμών του ελληνικού κράτους, διαπιστώνουμε αξιοσημείωτη κινητικότητα του πληθυσμού, απόρροια των τεράστιων κοινωνικών αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν απ’ τη δημιουργία του ως τις ημέρες μας. Η μετάβαση της οικονομίας απ’ την αρχική γεωργοκτηνοτροφική μορφή ως την αστικοποίηση της μεταπολεμικής περιόδου είχε ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση ή και πλήρη εγκατάλειψη ορεινών οικισμών της χώρας. Οδηγώντας τους κατοίκους κυρίως της υπαίθρου ως μετανάστες σε άλλες χώρες ή στην εγκατάστασή τους σε αστικές περιοχές της Ελλάδας. Επιπλέον, η έλευση Ελλήνων προσφύγων απ’ τις γειτονικές βαλκανικές χώρες στις αρχές του 20ού αιώνα, με αποκορύφωμα τους ενάμιση εκατομμύριο πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής, αποτελούν τους λόγους των μεγάλων διαφοροποιήσεων στο πληθυσμιακό ανάγλυφο της χώρας .

 Ο πληθυσμός της Ελλάδας αποτυπώνεται με τις επίσημες απογραφές που διενεργούνται σε τακτό χρόνο και ταυτόχρονα σε ολόκληρη την επικράτεια. Στη μεταπολεμική περίοδο και συγκεκριμένα απ’ το 1951 και μετά πραγματοποιούνται κάθε δέκα χρόνια.

 Η μικρότερη μονάδα καταγραφής του πληθυσμού ενός τόπου είναι ο οικισμός. Ορίζεται ως ένα οικοδομικό σύνολο, κάθε είδους κατοικημένη περιοχή. Μια πόλη, ένα χωριό, μια οποιαδήποτε εγκατάσταση πληθυσμού που έχει την αναγνώριση απ’ την Πολιτεία, αποτελούν οικισμό. Ο οποίος διοικητικά μπορεί να είναι ένας αυτοτελής δήμος αλλά και ένα τμήμα αυτού. Σύμφωνα με την ισχύουσα διαίρεση του κράτους ( απ’ το 2011), μια ομάδα γειτονικών οικισμών συγκροτεί τη Δημοτική Κοινότητα (έτσι ονομάζονται αυτές που καταγράφουν πληθυσμό άνω των 2.000 κατοίκων και στις νησιωτικές περιοχές άνω των 1.000 κ., ενώ όσες έχουν μικρότερο πληθυσμό αποτελούν τις Τοπικές Κοινότητες). Οι Δ.Κ. και οι Τ.Κ. περιλαμβάνονται στις Δημοτικές Ενότητες οι οποίες ταυτίζονται με τις επικράτειες των καταργημένων δήμων της προηγούμενης διοικητικής διαίρεσης της χώρας (καποδιστριακοί δήμοι). Παλαιότερα, ένα σύνολο γειτονικών οικισμών -συνήθως μια πόλη ή κωμόπολη με τα χωριά της περιοχής- αποτελούσαν την επαρχία (ως το 1997) και ευρύτερα τον νομό (ως το 2011). Σήμερα εντάσσονται στην Περιφερειακή Ενότητα που η επικράτειά τους συνήθως – όχι πάντοτε- ταυτίζεται με τους καταργημένους νομούς. Η κάθε Π.Ε. υπάγεται σε μια απ’ τις δεκατρείς Περιφέρειες της χώρας οι οποίες έχουν αντικαταστήσει τα παλαιά γεωγραφικά διαμερίσματα. Ο συνολικός πληθυσμός της ελληνικής επικράτειας αναλύεται στον πληθυσμό των οικισμών, των Δημοτικών ή Τοπικών Κοινοτήτων, των Δήμων, των Περιφερειακών Ενοτήτων και των Περιφερειών.

 Σχετικά με την έννοια που δίνουμε στην ύπαρξη των οικισμών, είναι βέβαιο πως υπάρχει τεράστια σύγχυση. Είναι διαδεδομένη η λαθεμένη εντύπωση πως ένας οικισμός είναι απλώς μια μικρή εγκατάσταση κατοίκων, ένα χωριό για παράδειγμα. Υπάρχουν σε όλη τη χώρα, αμέτρητες πινακίδες που υποδεικνύουν τη θέση δήθεν οικισμών οι οποίοι ουδέποτε έχουν αναγνωρισθεί απ’ την Πολιτεία.

 Αρκετοί οικισμοί είναι γνωστοί ακόμα και σε έγγραφα του κράτους με διαφορετική ονομασία απ’ την επίσημη. Όπως το Λεοντάρι της Αττικής που μετονομάσθηκε το 1954 (ΦΕΚ 1988) αλλά είναι ακόμα γνωστό με την παλιά του ονομασία ως Κάντζα. Για να θυμηθούμε και την αντίστοιχη εικόνα με τους τρεις κεντρικούς δρόμους της Αθήνας (Πανεπιστημίου, Πειραιώς, Πατησίων όπως όλοι τις αναφέρουμε ) ενώ οι επίσημες ονομασίες όπως εμφανίζονται και στις οδοσημάνσεις είναι διαφορετικές: Ελ. Βενιζέλου, Παναγή Τσαλδάρη, 28ης Οκτωβρίου αντίστοιχα). Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την κεντρικότερη λεωφόρο της Καλλιθέας (Ελ. Βενιζέλου η επίσημη ονοματοδοσία του Δήμου , ευρύτατα όμως γνωστή ως Θησέως). Και παρότι η μορφή του μυθικού ήρωα απεικονίζεται και στη σφραγίδα του Δήμου Καλλιθέας, δεν συμβαίνει να τιμάται ο αρχαίος ήρωας σε καμιά οδό ή πλατεία της Καλλιθέας. Πόσοι ακόμα γνωρίζουν την πλατεία Παύλου Μελά η οποία είναι γνωστή ως πλατεία Ρηγίλλης.

 Παρόμοια φαινόμενα παρατηρούνται βεβαίως και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά το προάστιο των Ιωαννίνων Εξοχή, με περίπου τρεις χιλιάδες κατοίκους, το οποίο βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της πόλης , μεταξύ της λίμνης και του αεροδρομίου, χωρίς να αναγράφεται η ονομασία της ούτε σε μία πινακίδα και δεν το γνωρίζουν ακόμα και οι κάτοικοι της πόλης και των γειτονικών χωριών. Εάν δε, συμβουλευθούμε τις υπηρεσίες του διαδικτύου για την Εξοχή Ιωαννίνων, θα μας κατευθύνει στο συνονόματο ορεινό χωριό της Κόνιτσας που στην πιο πρόσφατη απογραφή (2011) εμφανίζεται με μόλις 26 κατοίκους. Όλη η ανωτέρω κατάσταση ίσως και να αποτελεί ελληνική αποκλειστικότητα, οπότε και η όποια σύγχυση δεν προκαλεί έκπληξη… Όταν μάλιστα και στα σχολικά εγχειρίδια δεν γίνονται αναφορές για οικισμούς, προάστια και συνοικίες ώστε να υπάρχει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα στις ανωτέρω έννοιες.

 Σε ένα πολεοδομικό συγκρότημα, τα γεωγραφικά όρια των οικισμών είναι δυσδιάκριτα. Αναφέρονται ενδεικτικά το Περιστέρι, το Αιγάλεω, ο Χολαργός στο λεκανοπέδιο της πρωτεύουσας ή οι Αμπελόκηποι, η Νεάπολη, η Σταυρούπολη στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι αποτελούν αυτοτελείς οικισμούς και στις απογραφές καταγράφονται αυτόνομα. Αυτά είναι τα προάστια. Περιοχές δηλαδή που βρίσκονται στην περιφέρεια μιας πόλης και διαφέρουν απ’ τις συνοικίεςπου είναι απλώς οι γειτονιές της. Όπως το Παγκράτι, οι Αμπελόκηποι, τα Πετράλωνα είναι συνοικίες της Αθήνας που ως τμήμα της συνυπολογίζεται και ο πληθυσμός τους χωρίς να γίνεται ξεχωριστή καταγραφή.

 Ως οικισμοί επίσης αναγνωρίζονται κάποια στρατόπεδα αλλά και εγκαταστάσεις που δημιουργήθηκαν αποκλειστικά για τους Ρομά. Όμως, οι ονομασίες που τους έχουν δοθεί και εμφανίζονται και στους χάρτες είναι μάλλον άγνωστες, ακόμα και στους διαμένοντες στις γειτονικές περιοχές και για τους οποίους κάνουμε μια ιδιαίτερη επισήμανση.

 Σε ό,τι αφορά την ιστορία των απογραφών, η πρώτη που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα ήταν το 1828 (Κυβερνήτης ο Καποδίστριας) που όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αξιόπιστη. Αφού καταγράφηκε ο πληθυσμός εδαφών που δεν εντάχθηκαν στο ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε δύο χρόνια αργότερα (Θεσσαλία, Ήπειρος, Σάμος, Δωδεκάνησα) ενώ «περιέλαβε ή μάλλον δεν ενεφάνισεν επισήμως πληθυσμόν της Στερεάς Ελλάδος και των νήσων» που αποτέλεσαν συστατικά τμήματα του νέου κράτους .(Μιχαήλ Χουλιαράκης). Στη συγκεκριμένη απογραφή υπολογίσθηκε αναδρομικά και ο πληθυσμός του 1821. Ενδεικτικό ίσως της δυσκολίας για σωστή καταγραφή, αποτελεί το γεγονός πως ενώ η Αττική συμπεριλαμβάνεται στη δημιουργία του κράτους (1830), η Αθήνα απελευθερώθηκε στις 31 Μαρτίου 1833.

 Οι πρώτες γενικές απογραφές πληθυσμού έγιναν σε σύντομα χρονικά διαστήματα και συνολικά στα εξής έτη : 1828, 1829, 1834, 1837, 1838, 1839, 1840, 1841, 1842, 1843, 1856, 1861 και 1870. Σε όλες τις περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της απογραφής, τα σοβαρά προβλήματα που εμφανίζονταν μείωναν την αξιοπιστία του έργου. Όσο για τη διάρκειά της, συνέβαινε να παραταθεί ακόμα και για έξι μήνες και η ολοκλήρωσή της δε γινόταν ταυτόχρονα σε όλη την επικράτεια, ενώ σε κάποιες περιοχές αναγκάζονταν να επαναλάβουν τη διαδικασία της απογραφής. Αναφέρεται χαρακτηριστικά πως «oύτε ζήλος, ούτε επιμέλεια, ούτε καν στοιχειώδης φροντίς κατεβάλετο προς εκτέλεσιν των απογραφών και προς καταρτισμόν των απογραφικών πινάκων», αποκαλύπτοντας την προχειρότητα και έλλειψη ενδιαφέροντος από όσους επιλαμβάνονταν της ευθύνης της απογραφής.( Μιχαήλ Χουλιαράκης, Ιστορία των απογραφών πληθυσμού εις την Ελλάδα, 1821-1971).(Η ορθογραφία όπως και η σύνταξη είναι του συγγραφέα.)

Απ’ την απογραφή του 1861 και μετά λαμβάνονται υπόψη οι προδιαγραφές όπως διαμορφώθηκαν στα διεθνή Στατιστικά Συνέδρια των Βρυξελλών , του Παρισιού και της Βιέννης (1853, 1855 και 1857 αντίστοιχα). Όμως σε όλες τις απογραφές που διεξήχθησαν ως και το 1870, δημοσιεύονταν μόνο ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας, των νομών, επαρχιών και δήμων, αλλά όχι των πόλεων και χωριών που ως αυτόνομοι οικισμοί καταγράφονται για πρώτη φορά σε επίσημη απογραφή του κράτους το 1879. Από εκείνη τη χρονιά ελήφθησαν υπόψη και οι προδιαγραφές που τέθηκαν απ’ το Συνέδριο της Πετρούπολης το 1872 όπου αναθεωρήθηκαν πολλά απ’ τα ως τότε ισχύοντα απ’ τις «κατά τας προλαβούσας συνόδους επί της απογραφής του πληθυσμού αποφασισθέντων και διεγράφη πρόγραμμα ορθού τρόπου διενεργείας των απογραφών… ,κατά την απογραφήν ταύτην (1879) εγένετο γνωστός ο πληθυσμός απάντων των κατωκημένων τόπων της χώρας»( Μ. Χουλιαράκης).

Στην απογραφή του 2011 υπήρξε μια ποιοτική διαφοροποίηση στην απογραφική διαδικασία αφού εστιάσθηκε στην καταγραφή του «μόνιμου» πληθυσμού της χώρας και όχι του « πραγματικού». Καταχωρίσθηκαν δηλαδή οι απογραφόμενοι στον πίνακα της περιοχής οι οποίοι δήλωναν τον τόπο που ζουν το τελευταίο δωδεκάμηνο και όχι σ’ αυτόν που βρίσκονταν την ημέρα της απογραφής.

Στον πίνακα που ακολουθεί (1), καταγράφουμε τους οικισμούς όπως εμφανίζονται στις επίσημες (απ’ το 1879) αλλά και τις ειδικές απογραφές που έγιναν σ’ αυτές με την ενσωμάτωσή τους στο ελληνικό κράτος: του 1881 (Θεσσαλία και περιοχή της Άρτας), του 1912 (Μακεδονία, Ήπειρο , νησιά του Βορείου Αιγαίου και Κρήτη) και του 1947 στα Δωδεκάνησα. Επιπλέον, συμπεριλαμβάνουμε και τον πληθυσμό απ’ την ειδική απογραφή του 1900 για την Κρήτη, που δεν ανήκε ακόμα στο ελληνικό κράτος καθώς ήταν σε καθεστώς αυτονομίας και ενσωματώθηκε στην Ελλάδα το 1913.

 Μετά την παράθεση της καταγραφής των οικισμών, ακολουθεί άλλος πίνακας (Πίνακας 2), όπου δίνουμε στοιχειώδεις πληροφορίες για εκείνους που έχουν πάψει στις μέρες μας να αναφέρονται ως ξεχωριστοί οικισμοί, είτε γιατί εγκαταλείφθηκαν απ’ τους κατοίκους και ερημώθηκαν είτε γιατί έχουν αφομοιωθεί από γειτονικό μεγαλύτερο, αποτελώντας σήμερα κάποια συνοικία του.

Στον αμέσως επόμενο (Πίνακας 3), αναφέρουμε εκείνους που τώρα ανήκουν στο τουρκικό κράτος αλλά στην απογραφή του 1920 αποτελούσαν εδάφη της Ελλάδας και τους οποίους γι’ αυτό το λόγο τους παρουσιάζουμε στον πίνακα (1) . Πρόκειται για τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης, της Ίμβρου και της Τενέδου όπου εκτός απ’ το στίγμα που δίνουμε, αναφέρουμε και τη σημερινή τουρκική ονομασία. Χωρίς να είμαστε και απολύτως βέβαιοι πως αυτές διατηρούνται ως τις μέρες μας γιατί σε πολλά χωριά έχουν υποστεί περισσότερες της μιας μετονομασίας. Η ζώνη της Σμύρνης όπου εγκαταστάθηκε απ’ το 1919 ως το 1922 ελληνική διοίκηση δεν αποτέλεσε τμήμα του ελληνικού κράτους και συνεπώς δεν καταγράφονται οι οικισμοί της Ιωνίας.

 Η προσπάθεια καταγραφής όλων των οικισμών της Ελλάδας που εμφανίζονται στις επίσημες απογραφές, αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία και πιθανότατα τα αποτελέσματα να μην είναι αξιόπιστα. Υπάρχουν οικισμοί με ελάχιστο, ακόμα και χωρίς καθόλου πληθυσμό που έχουν απογραφεί μια ή και περισσότερες φορές με διαφορετική όμως ονομασία και η ύπαρξή τους παραμένει άγνωστη ακόμα και στους κατοίκους των γειτονικών περιοχών. Αυτό συμβαίνει γιατί η πολιτεία υιοθετεί προτάσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που υπαγορεύονται από κάποιους λόγους ή σκοπιμότητες. Καταλήξαμε έτσι στην καταγραφή των οικισμών που εμφανίζουν πληθυσμό με ελάχιστο όριο τους χίλιους κατοίκους , έστω και σε μία απογραφή.

 Με την παρούσα εργασία φιλοδοξούμε ώστε με τη διαχρονική εξέταση των οικισμών της χώρας να έχουμε μια σαφή εικόνα του ανάγλυφου της πληθυσμιακής διασποράς του χάρτη της Ελλάδας. Καταγράφοντας τον πληθυσμό τους στις απογραφές με την εκάστοτε επίσημη ονομασία τους. Να γνωρίσουμε αυτούς που σήμερα δεν κατοικούνται ή προηγούμενες ονομασίες, κυρίως τουρκικής ή σλάβικης προέλευσης.

Για την πραγματοποίηση της εργασίας μας οι δυσκολίες δεν ήταν λίγες. Εξετάζεται μια μεγάλη χρονική περίοδος στη διάρκεια της οποίας έχουν συμβεί σημαντικές μεταβολές όπου η κατανομή του πληθυσμού ήταν εντελώς διαφορετική, όταν ακόμα και πολυάνθρωπα ορεινά χωριά έχουν σβήσει απ’ το χάρτη, υπήρξαν μετονομασίες, σημειώθηκε τεράστια κινητικότητα με την εγκατάλειψη των ορεινών περιοχών και την εμφάνιση της αστυφυλίας. Στις μεγάλες πόλεις δημιουργήθηκαν προσφυγικοί οικισμοί που αν και αποτέλεσαν ακόμα και ξεχωριστές κοινότητες, στις μέρες μας ως τμήματα πυκνοκατοικημένων δήμων έχουν περάσει ολοκληρωτικά στη λήθη. Μάλιστα και εκδόσεις που καταγράφουν την ιστορία των περιοχών τους , δεν γίνεται καμιά αναφορά σε κάποιους απ’ αυτούς και δεν είμαστε και απολύτως βέβαιοι για την τοποθεσία όπου βρίσκονταν. Ιδιαίτερες δυσκολίες συναντήσαμε στους προσφυγικούς οικισμούς του Βύρωνα αλλά και του Πειραιά.

 Ας σημειωθεί ακόμα και η καχύποπτη στάση που συναντήσαμε σε κάποιες περιπτώσεις που ίσως μας υποψιάστηκαν ως κυνηγούς κρυμμένου θησαυρού…

 Θέλουμε να πιστεύουμε πως η συγκεκριμένη εργασία, καρπός πολυετούς προσπάθειας, θα μπορούσε να γίνει χρήσιμο εργαλείο για οποιονδήποτε θα επιθυμούσε να αντλήσει στοιχεία απ’ αυτήν.

Θα επιθυμούσαμε να ευχαριστήσουμε θερμά όλους εκείνους οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στις πληροφορίες που αναζητούσαμε και συνεργάσθηκαν μαζί μας. Και επειδή δεν θα θέλαμε να αδικήσουμε παραλείποντας κάποιους απ’ αυτούς, εκφράζουμε τουλάχιστον στην παρούσα έκδοση τις ευχαριστίες μας έστω και ανώνυμα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αθηναϊκόν Αρχείον Δήμου Αθηναίων: Ιστορία του Δ. Αθηναίων 1835-1971 (Δημήτριος Αλεξ. Γέροντας)
  • ΑΙ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (ΚΩΣΤΑΣ ΗΛ. ΜΠΙΡΗΣ)
  • Ανατολική Θράκη Ραιδεστός. Βισάνθη, Μυριόφυτο, Πλάτανος, Περίσταση, Στέρνα Αποσπάσματα από αρχαία κείμενα (Οδυσσέας Γκιλής )
  • Ανατολική Θράκη (Αθανάσιος Λ.Κόρμαλης)
  • Από τις Νέες Κυδωνίες στο Αιγάλεω (Ευγενία Μπουρνόβα)
  • Από το Χαρμάνκιοϊ στον Εύοσμο (Γιώργος Χριστοδουλίδης)
  • Αρχείον του Θρακικού και γλωσσικού θησαυρού (τριμηνιαίο περιοδικό)
  • Αρχείο Προσφυγικού Οργανισμού Δήμου Καλαμαριάς (Ελένη Ιωαννίδου)
  • ΔΕΚΑ ΑΠΛΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ ΤΙΣ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ (Εισαγωγή-σχόλια-επιμέλεια: Χαράλαμπος Δ. Χαραλαμπόπουλος )
  • Δήμος Ταύρου ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 9 ( Δημήτρης Σούτος)
  • 90 ΧΡΟΝΙΑ ΒΥΡΩΝΑΣ (Απόστολος Κ. Κοκολιάς)
  • ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΟΔΗΓΟΣ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ( ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ν. ΚΟΝΤΕΡΗΣ)
  • Η ΜΕΣΚΙΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ( Μανώλης Γιακουμάκης)
  • Η ΟΡΕΣΤΙΑΔΑ ΜΑΣ ( ΤΑΚΗΣ ΧΡ. ΤΣΟΝΙΔΗΣ)
  • ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΤΟΥ ΜΟΣΧΑΤΟΥ 3 τόμοι ( Στέλιος Ντάντης)
  • Ιστορική έρευνα των οικισμών της Ελλάδας-ιστορικά ζητούμενα και προβλήματα των πηγών

 ( Λεωνίδας Καλιβρετάκης)

  • Ιστορικό διάγραμμα Δήμων Ελλάδος 1833-1912 ( Ελευθέριος Σκιαδάς)
  • Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος

 ( Μιχαήλ Σταματελάτος- Φωτεινή Βάμβα Σταματελάτου)

  • Ευρετήριο Δημοτικού Αρχείου Δραπετσώνας 1951-1980 ( Ελένη Κυραμαργιού)
  • Η Μικρά Ασία στο Ελληνικό ( Μάνος Εμμ. Μάρκογλου)
  • IΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ( Θεοχάρης Δετοράκης)
  • ΘΡΑΚΙΚΑ ( επιστημονικό περιοδικό σύγγραμμα)
  • ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΣΥΝΟΙΚΙΩΝ ΜΕ ΤΑΣ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1928
  • ΚΑΛΛΙΘΕΑ Ταυτότητα και Αυτοδιοίκηση ( Δημήτρης Κάρναβος)
  • ΚΡΗΤΗ ( Μανώλης Γιαλουράκης)
  • ΚΡΗΤΗ ΝΟΜΟΣ ΛΑΣΙΘΙΟΥ ( Αδαμάντιος-Μάκης- Γ. Κρασανάκης)
  • ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ (ΠΑΥΛΟΥ ΔΑΝΔΡΑΚΗ)
  • Μετά τα Αλάτσατα (Κωνσταντίνος Ι. Γκαρμάτης- Μαριάννα Μαστροσταμάτη)
  • Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης ( Δαλάτσης Δημήτρης)
  • Οι συνοικίες των Αθηνών ( Ελευθέριος Σκιαδάς)
  • Ο ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΛΗ ΠΑΤΡΙΔΑ-ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΟΥΠΟΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

( ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ 11 ΚΑΙ 12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1997,

 ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ)

  • ΠΑΛΑΙΟ ΦΑΛΗΡΟ Το χρονικό μιας όμορφης πόλης ( Γιάννης Ιωαννίδης Φαληριώτης)
  • Περιγραφή ιστοριογραφική της επαρχίας Σαράντα Εκκλησιών (Μελισσηνός Χριστοδούλου,1881)
  • ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ Η Ιστορία του Τόπου Το Χρονικό των Ανθρώπων ΝίκοςΘεοδοσίου)
  • ΠΙΝΑΞ ΠΟΛΕΩΣ ΑΘΗΝΩΝ 1885
  • Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων – 2 τόμοι- (Σπανάκης Στέργιος)
  • ΤΑ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ( ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΛΑΜΠΙΚΗΣ)
  • Το ‘’10’’ (Μ. Καραγάτσης)
  • ΤΟ ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ ΚΟΛΩΝΟΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ( Κώστας Χατζιώτης)
  • Το Πνευματικό Καλαμάκι ( περιοδικό )
  • ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ, ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ (Γιάννης Καιροφύλας)
  • ΦΕΚ 3852/2010 και τα ΦΕΚ όλων των απογραφών απ’ όπου αντλήσαμε τα στοιχεία που δημοσιεύουμε στην παρούσα εργασία.

Αφήστε μια απάντηση

Μετάβαση στο περιεχόμενο